Τετάρτη, 17 Μαρτίου 2010

You're not funny anymore


Τον Λάκη Λαζόπουλο τον πρωτοείδα (στην τηλεόραση) όταν ήμουν μικρό παιδί.
Θυμάμαι χαρακτηριστικά ένα σκετς του για τους σεισμοπαθείς του ’81 (αν δεν μ’απατά η μνήμη μου) όπου διακωμωδούσε τους «επί τόπου». Θα ήταν σίγουρα άδικο να αμφισβητήσω το κωμικό του ταλέντο.
Έστω και αν στην αρχή της καριέρας του «δανείστηκε» πολλά στοιχεία από τον Χάρρυ Κλυνν, είχε μια συνεπέστατη πορεία στον χώρο της κωμωδίας και της σάτιρας, φτάνοντας στο απόγειό του με τους «Δέκα μικρούς Μήτσους». Εκεί, κατάφερε με εντυπωσιακή ακρίβεια να «πιάσει» όλες τις μορφές του νεοέλληνα. Από τον βλάχο «μπάτσο» μέχρι την «κυρία» των ΒουΠου και από τον φλώρο Κολωνακιώτη έως τον «πατημένο» μισθωτό. Το μεγαλύτερο επίτευγμά του όμως ήταν πως ασκούσε την σάτιρά του εύστοχα, χωρίς να κωλώνει (δεν δίσταζε π.χ. να «τα χώσει» στον μακαρίτη τον Χριστόδουλο την εποχή της παντοδυναμίας του) και κυρίως χωρίς να γίνεται εμπαθής- κάτι που λίγοι (στον χώρο του) έχουν καταφέρει στην Ελλάδα.
Όλα αυτά όμως συνέβαιναν στο τέλος του 20ου αιώνα, τώρα πια διανύουμε ήδη την δεύτερη δεκαετία του 21ου.Ο Λαζόπουλος του σήμερα δεν έχει καμία σχέση με αυτόν του χθες.
Το Αλ Τσαντίρι Νιουζ ξεκίνησε ως μια προέκταση του δελτίου ειδήσεων που διάβαζε ο «Γύφτος» στους Μήτσους, σύντομα όμως εξελίχθηκε σε ένα είδος one man show του Λαζόπουλου. Το concept πλέον είναι πολύ συγκεκριμένο: Live και μπροστά σε ένα σχετικά πολυπληθές κοινό, ο Λαζόπουλος σχολιάζει την επικαιρότητα, παρεμβάλλοντας συχνά πυκνά βιντεάκια (σύμφωνα με την «σχολή» που πρώτος καθιέρωσε ο Θέμος Αναστασιάδης).
Το δεύτερο μέρος είναι καθαρά μουσικό με τον Λαρισαίο κωμικό να τραγουδάει (μόνος ή με την βοήθεια special guest) διάφορα σουξέ- κυρίως από τον χώρο του λεγόμενου «έντεχνου», αλλά όχι μόνο.
 Ο Λαζόπουλος του 2010 έχει κάποια «κολλήματα». Κατ’ αρχήν πάσχει σε υπερθετικό βαθμό από μια αρρώστια της εποχής, την λεγόμενη «νεολαγνεία». Για αυτόν, οτιδήποτε λένε, οτιδήποτε κάνουν οι νέοι, είναι σωστό και πρέπει να αποτελεί παράδειγμα για όλους εμάς τους «μεγάλους». Ειδικά την εποχή της σύγκλισης της «Βουλής των Εφήβων» (ποτέ δεν κατάλαβα τι εξυπηρετεί ο συγκεκριμένος θεσμός…) το Αλ Τσαντίρι κατακλύζεται από βίντεο με αγοράκια και κοριτσάκια που αραδιάζουν ασύλληπτες κοινοτοπίες τις οποίες ο Λαζόπουλος ακούει εκστασιασμένος, προκαλώντας το κοινό του να τις χειροκροτήσει.
 Οι πολιτικές θέσεις του Λαζόπουλου είναι μάλλον ασαφείς. Τυπικά είναι αριστερός. Υιοθετεί εν λευκώ τις θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ ακόμα και του Αντιεξουσιαστικού χώρου (κάτι αρκετά οξύμωρο, όχι μόνο λόγω των δυσθεόραστων αμοιβών του, αλλά και λόγω των εξαιρετικών σχέσεών που διατηρεί στην προσωπική του ζωή, με την αφρόκρεμα της ελληνικής πολιτικής και οικονομικής εξουσίας), δεν διαφωνεί σχεδόν ποτέ με το ΚΚΕ ενώ επιτίθεται όποτε βρει ευκαιρία στο ΛΑΟΣ (στην Χρυσή Αυγή δεν αναφέρεται ποτέ).
Για τον Λαζόπουλο τουλάχιστον τρία πρόσωπα της αριστεράς (με την πολύ ευρύτερη έννοια…) έχουν το αλάθητο του Πάπα και οι απόψεις τους ακούγονται στο «Αλ Τσαντίρι» ασχολίαστες, ως η απόλυτη φωνή της αλήθειας και της λογικής. Πρόκειται για τον Αλέξη Τσίπρα, την Λιάνα Κανέλλη και τον Μίκη Θεοδωράκη. Πέρυσι, δεν δίστασε να διαβάσει με ρίγη συγκίνησης και τρεμάμενη φωνή την γνωστή, υπερεθνικιστική, επιστολή του τελευταίου που μιλούσε για «κλείσιμο συνόρων», σε άλλη εκπομπή του, κατηγόρησε την κυβέρνηση Σημίτη για μαλθακότητα στο θέμα των Ιμίων, ενώ ουκ ολίγες φορές τα έχει «χώσει» και στους Σκοπιανούς.
Επίσης, αν και δηλώνει υποστηρικτής των μεταναστών, αναπαράγει τακτικά την κινδυνολογία των καναλιών για ραγδαία αύξηση της εγκληματικότητας ενώ αποφεύγει με ευλάβεια να πάρει θέση πάνω στο καυτό θέμα της ιθαγένειας.
 Προφανώς, ο Λαζόπουλος θεωρεί πως ο ΛΑΟΣ είναι το μοναδικό κόμμα που εκπροσωπεί τον συντηρητικό χώρο στην Ελλάδα, αφού οι επιθέσεις του στη Νέα Δημοκρατία είναι ελάχιστες και περιορίζονται σε στελέχη ήσσονος σημασίας. Η στήριξη που παρείχε στον απερχόμενο πρωθυπουργό Κώστα Καραμανλή υπήρξε παροιμιώδης (ακόμα και ελάχιστες ημέρες πριν τις τελευταίες εκλογές και ενώ η νίκη του ΠΑΣΟΚ διαφαινόταν σίγουρη, εκλιπαρούσε το κοινό του «να μην πιστέψει την προπαγάνδα των ΜΜΕ και να ρίξει την σωστή ψήφο») ενώ ο νυν πρόεδρος του κόμματος Αντώνης Σαμαράς είναι σα να μην υπάρχει.
Δε συμβαίνει το ίδιο βέβαια με τη Ντόρα Μπακογιάννη, την οποία «ξεσκονίζει» σε σταθερή βάση σεβόμενος το κόλλημα που έχει μεγάλη μερίδα της ελληνικής Αριστεράς, με την οικογένεια Μητσοτάκη.
 Αντίθετα, ο Γιώργος Παπανδρέου αποτελεί αγαπημένο «πελάτη» του Λαζόπουλου. Είτε αρχηγός της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης είτε πρωθυπουργός, το τι τραβάει ο ΓΑΠ από τον Λάκη δεν περιγράφεται. Στις εσωκομματικές εκλογές του ΠΑΣΟΚ το 2007 ο Λαζόπουλος είχε στηρίξει αναφανδόν τον Βενιζέλο και όταν έχασε (ο Βενιζέλος, όχι ο Λαζόπουλος) ο Θεσσαλός κωμικός δεν παρέλειψε να στηλιτεύσει τον βρόμικο ρόλο που έπαιξαν τα διαπλεκόμενα στο αποτέλεσμα.
Πρόσφατα δε, πρόβαλε βιντεάκι με τον Γιωργάκη να σοδομίζεται άγρια (αν και λίγο καιρό αργότερα ανάλογη τύχη είχε η κακή Γερμανίδα Άνγκελα Μέρκελ, η οποία, μετά από πολλές περιπέτειες, προσγειώθηκε σε ένα τεράστιο πέος).
Εκτός φυσικά από τον Παπανδρέου, ο Λαζόπουλος έχει και πολλές άλλες αδυναμίες. Πέρα από την συνήθη ύποπτο Μιμή Ντενίση (=εμμονή) και τον άσπονδό εχθρό του, Αλέξη Κούγια, ο «Λαλά» περιποιείται με σχολαστική συνέπεια αρκετά πρόσωπα της λεγόμενης trash κουλτούρας: Την Τζούλια Αλεξανδράτου, την Στέλλα Μπεζαντάκου, την Έφη Σαρρή και διάφορους μόδιστρους τους οποίος και ψιλοκράζει.
Όταν δε η εκθαμβωτική Τζούλια τόλμησε να του απαντήσει κατηγορώντας τον πως «ξεκίνησε στα μπουλούκια της Λάρισας» ο Λαζόπουλος πήρε το ύφος ανωτερότητας του και, με φωνή που «έσπαγε», δήλωσε περήφανος για την καταγωγή του, προκαλώντας αλαλαγμούς ενθουσιασμού στο κοινό του.
Τέλος, ο Λάκης Λαζόπουλος εκτιμά σε υπερθετικό βαθμό την ποιοτική μουσική- χωρίς όμως να είναι ιδιαιτέρως ξεκάθαρο τι θεωρεί ο ίδιος «ποιότητα». Όπως προστάζει η μόδα, υμνεί το έντεχνο και κατακεραυνώνει τα σκυλάδικα αν και κατά καιρούς έχει καλέσει (και αποθεώσει) στο «τσαντίρι» από τον Αντώνη Ρέμο μέχρι την Δούκισσα.
Το πιο παράξενό όμως στο Αλ Τσαντίρι Νιουζ είναι πως, ουσιαστικά, δεν πρόκειται για μια αμιγώς χιουμοριστική εκπομπή. Στο μεγαλύτερο διάστημά της ο Λαζόπουλος απλώς απευθύνεται στην κάμερα (με την βοήθεια φυσικά του Autocue) «συζητώντας» τα πολιτικά δρώμενα. Ο γενικότερος τρόπος του εμένα προσωπικά μου θυμίζει τα θρυλικά πηγαδάκια της Ομόνοιας της δεκαετίας του ‘80 όπου κάποιος ξερόλας έλεγε με ύφος και στόμφο «Θα σας πω εγώ τι συμβαίνει με το ΠΑΣΟΚ/ τη Νέα Δημοκρατία/ τις ΔΕΚΟ/ το πείραμα της Φιλαδέλφειας» κλπ.
Το δε χιούμορ του σίγουρα δεν μπορεί να χαρακτηριστεί «πρωτοποριακό» ή «ανατρεπτικό» αφού περιλαμβάνει ως επί το πλείστον παλαιομοδίτικα ανέκδοτα για πεθερές και γυναίκες που περιμένουν τον σύζυγο με τον πλάστη στο χέρι καθώς και μπόλικη σκατολογία. Μια προσεκτική ματιά δείχνει πως (με εξαίρεση κάποιες χαζογκόμενες που προφανώς θα γελούν πολύ στην ζωή τους γενικότερα) το κοινό στο στούντιο μάλλον βαριέται με κάποιους να χαμογελούν αμήχανα και άλλους να στέλνουν sms προς άγνωστη κατεύθυνση.
 Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: που οφείλεται η τρομακτική επιτυχία του «Αλ Τσαντίρι Νιουζ» το οποίο εξακολουθεί να σημειώνει εκπληκτικές επιδόσεις στο στίβο της τηλεθέασης;
Η απάντηση είναι πάρα πολύ απλή: Ο Λαζόπουλος δίνει στον Έλληνα αυτό που χρειάζεται, του λέει αυτό ακριβώς που θέλει ν’ακούσει. Η εκπομπή του, είναι ένας ύμνος στον ελληνικό λαό. Στο Αλ Τσαντίρι, ο μέσος Έλληνας παρουσιάζεται ως ένας εργατικός μεροκαματιάρης, ένας πανέξυπνος καταφερτζής, ένας αγαθός άνθρωπος που αγαπάει όλο τον κόσμο, αλλά όλος ο κόσμος τον μισεί.
Ένας πάμφτωχος και αδικημένος άγιος που πληρώνει πάντα το σφάλματα των άλλων .Των κακών πολιτικών. Των κακών ξένων. Τελικά,ο αποχαυνωμένος Έλληνας τηλεθεατής έχει ανάγκη από στήριξη και όχι από χιούμορ. Αυτό το βρίσκει και στο Youtube.
 Βλέποντας αυτό τον καιρό στο Mega τους «Μήτσους» αναρωτιέσαι αν πρόκειται πράγματι για τον ίδιο άνθρωπο που παρουσιάζει σήμερα το Αλ Τσαντίρι. Ξεπεσμός; Όχι, ο Λαζόπουλος δεν έχει ξεπέσει. Ο Λαζόπουλος έχει κάνει μια συγκεκριμένη επιλογή για πολύ συγκεκριμένους λόγους. Και αυτό είναι το χειρότερο
mediasoup