Τετάρτη, 10 Μαρτίου 2010

ΤΡΕΧΑ ΝΑ ΠΑΡΟΥΜΕ ΡΕ ΘΕΙΑ ΤΟ ΠΙΟ ΜΑΚΡΥ ΑΠΟ ΤΑ ΤΡΙΑ

Έχετε ακούσει ποτέ αυτοκίνητο να κορνάρει ασταμάτητα και αντί να τρώει Χριστοπαναγίες να το χειροκροτάνε κι από πάνω; Ελάτε στο χωριό μου να δείτε ότι δε σας κάνω πλάκα.
Ο ταχυδρόμος έρχεται συχνά στο χωριό, αλλά μιά φορά το μήνα αρχίζει να κορνάρει ασταμάτητα με το που φτάνει στα πρώτα σπίτια. Όπερ σημαίνει ότι έρχεται η σύνταξη και σύσσωμη η νεολαία του χωριού μαζεύεται στο καφενείο γιά να εισπράξει τις τρείς
κι εξήντα της.
Ανάμεσά τους και η καημένη η θεία μου η Μανώλαινα, χήρα ποιός θυμάται από πότε, που, όπως όλοι, περιμένει κι αυτή κάθε μήνα τις τρεις κι εξήντα που κατέκτησε σ΄αυτή τη ζωή μήπως και βγάλει άλλες τριάντα μέρες απ' αυτές που της απομένουν.
Κάθε φορά που ακούω την κόρνα και τυχαίνει να είμαι στην αυλή, βλέπω τη θεία να σέρνει τα ογδοντατόσα χρόνια της στην ανηφόρα και να τραβάει κατά το καφενείο ξεφυσώντας.
Προχθές έτυχε πάλι να είμαι στην αυλή όταν ακούστηκε η κόρνα και ξαφνικά τι να δω!
Τη θεία τη Μανώλαινα να τρέχει σαν το κατσίκι στην ανηφόρα και μάλιστα χωρίς μπαστούνι!
-Ώπα ρε θειά! της φωνάζω. Τι σ' έπιασε και τρέχεις; Δε φεύγει ο ταχυδρόμος!
-Δε φεύγει λέει; Ποιός σου το 'πε; Εγώ μ' αυτά που ακούω στην τηλεόραση, φοβάμαι μην τυχόν
και τον πάρουνε τηλέφωνο στο δρόμο και του πούνε να τα γυρίσει πίσω!