Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Καλά, εγώ σιχάθηκα νωρίς

Για να σου πω την μαύρη μου αλήθεια, όλα αυτά που συμβαίνουν τον τελευταίο καιρό δεν με αγγίζουν και τόσο. Φυσικά μου δημιουργούν ένα άγχος, μία μικρή αγωνία, αλλά στον βαθμό που ένας άνθρωπος ψάχνεται και αναρωτιέται πώς θα εξελιχθεί και θα επιβιώσει. Τίποτα παραπάνω. Αδυνατώ να συμμετέχω στον πανελλαδικό πανικό που ξαφνικά μας εξόργισε και μας αηδίασε.

Η αλήθεια είναι ότι εγώ προσωπικά εξοργίστηκα και αηδίασα
πολλά χρόνια πριν. Τότε που το ευρωπαϊκό χρήμα έπεφτε βροχή από τον ουρανό και όλους τους είχε κατακλύσει μία υστερία καταναλωτισμού και επαρχιώτικου μεγαλοϊδεατισμού. Όταν η ελληνική επικράτεια γέμισε μεζονέτες, εξοχικά, διαμερίσματα, ακριβά αυτοκίνητα και τζάμπα μάγκες. Ήταν εκείνη η μικρή περίοδος που ξαφνικά η οικονομία μας απέκτησε μία υπεραξία άνευ προηγουμένου
και μία ολόκληρη γενιά άρχισε να καταβροχθίζει μανιωδώς το κομμάτι της πίτας που αναλογούσε στις επόμενες γενιές. Κατάλοιπα της φτώχιας; Κατοχικό σύνδρομο; Ανεύθυνοι και επιπόλαιοι Ελληναράδες; Δεν ξέρω... Λες και έχει σημασία πλέον.

Τα ασφαλιστικά ταμεία υπερφορτώθηκαν, το Κράτος διογκώθηκε, οι μπίζνες με το Δημόσιο άνθισαν και η πίτα έδειχνε τόσο μεγάλη που ακόμα και αν έσκαγες στο φαΐ, συνέχιζες λυσσαλέα να τρως. Κάπου εκεί ξεπήδησε και η γενιά των 700 ευρώ. Η δική μου γενιά. Με ικανότατα, μορφωμένα και καταρτισμένα άτομα που ήθελαν να δημιουργήσουν τη δική τους πίτα. Οι ανισότητες όμως ήταν ήδη παρούσες. Υπήρχε το χοντρολαμόγιο στη ΔΕΚΟ, απόφοιτος Λυκείου, ή ο άξεστος μπατζανάκης του Υπουργού που καθάριζαν τέσσερα χιλιάρικα το μήνα, και ο πτυχιούχος με μεταπτυχιακό και ειδίκευση που ζήταγε ταπεινά τον βασικό του μισθό. Το βουλευτιλίκι του δικομματισμού, ένα απέραντο γραφείο ευρέσως εργασίας χωρίς παραγωγικό αντίκρισμα. Υπήρχε ο αμόρφωτος επιχειρηματίας που έχτιζε το ένα σπίτι μετά το άλλο, και ο υπερωριακός υπάλληλός του που σχεδόν έτρεχε όλη την επιχείρηση. Θυμάσαι που υπήρχαν μισθοί των 1000-1200 ευρώ και μετά αυτοί των 3000+ ; Το ενδιάμεσο δεν έπαιζε και πολύ. Οι «χοντροί» είχαν καβαντζώσει ήδη την κορυφή και τους χώριζε μία ασφαλής «τάφρος» με τους πιο κάτω. Πώς ακριβώς να δημιουργηθεί η ανάπτυξη; Τι ορίζοντα έδωσαν στις νεώτερες γενιές όταν όλοι έχτιζαν πάνω στα κεφάλια μας; Ποια παραγωγική διαδικασία μπορεί να ξεπηδήσει από τον επιχειρηματία που συνεχίζει να βλέπει την επιχείρησή του σαν μαγαζάκι και όχι ως αναπτυξιακό παράγοντα; Ποια κοινωνία θα δημιουργήσει εξωστρέφεια όταν αποτελείται κατά κόρον από ιδιώτες ανθρώπους που δεν έχουν την αίσθηση του κοινού συμφέροντος;

Μην απορείς πως φτάσαμε εδώ. Θυμάσαι πόσα τραπεζικά προϊόντα δανείων είχαν κατακλύσει τις τηλεοράσεις; Πώς σε φόρτωναν πιστωτικές κάρτες και πώς ακόμα και 20άρηδες έπαιρναν ένα οποιοδήποτε δάνειο για να το φάνε στην Ερμού μέσα σε έναν μήνα ή για να ζήσουν το «όνειρο» της Μυκόνου για μία εβδομάδα;

Εγώ την θυμάμαι καλά εκείνη την περίοδο. Σε κάποια φάση, λίγο πριν τα 30 μου, είχα αρχίσει να νοιώθω και τύψεις που ήμουν ακόμα στο ενοίκιο, και που δεν είχα αγοράσει αυτοκίνητο. Είχα αρχίσει να αναρωτιέμαι για την ίδια την λογική μου. Γιατί να μην ξοδεύω παραπάνω από αυτά που βγάζω, αφού όλοι το κάνουν; Κάτι δεν κόλλαγε σωστά. Έβλεπα αυτούς που ξόδευαν. Έβλεπα την μανία με την πίττα και εμένα απλά δεν μου κόλλαγε αισθητικά και νοητικά αυτό το θέαμα.

Στο έχω ξαναπεί. Μου είναι αδιανόητο το σκοτάδι και οι άνθρωποι που το απαρτίζουν. Γνωρίζω τι δικαιώματα έχω σε αυτά που ξοδεύω, και τι υποχρεώσεις σε αυτά που κερδίζω. Το ίδιο κάνω και έξω από το σπίτι μου, στην κοινωνία ως πολίτης. Γι’ αυτό σου λέω… Όλα αυτά που βλέπω να συμβαίνουν αυτές τις μέρες, δεν μου λένε μία. Την αγανάκτηση και τη σιχασιά μου, τα εξάντλησα πριν περίπου μία δεκαετία, όταν οι περισσότεροι έψαχναν απεγνωσμένα το μερίδιό τους στην πίττα και δεν είχαν καιρό για σκέψη. Γι’ αυτό αρκετές φορές, ίσως και να δικαιολογώ την αγανάκτηση των σημερινών πιτσιρικάδων. Γιατί αυτοί δεν πρόλαβαν να σιχαθούν.                                                                              Το ελληνάκι